Όπως είναι γνωστό σε όλους, η Βυζαντινή Μουσική χρησιμοποιεί οκτώ βασικούς τρόπους, τους λεγόμενους ήχους, τέσσερις κυρίους και τέσσερις πλαγίους. Για όσους τυχόν δεν γνωρίζουν, είναι κατά σειρά οι εξής: Πρώτος, Δεύτερος, Τρίτος, Τέταρτος, Πλάγιος του Πρώτου, Πλάγιος του Δευτέρου, Βαρύς (Ή αλλιώς Πλάγιος του Τρίτου) και Πλάγιος του Τετάρτου.

Πολύ μελάνι έχει χυθεί για την προέλευση αυτών των ήχων και η αλήθεια είναι ότι λόγω ελλιπών στοιχείων αλλά και της έλλειψης συστηματικής μουσικής θεωρία από την Αρχαία Ελλάδα αλλά και το Βυζάντιο, δεν είμαστε σε θέση να πούμε με σιγουριά από ποιους τρόπους των Αρχαίων Ελλήνων προήλθαν αυτές οι κλίμακες και ποια είναι η αντιστοίχιση με ονομασίες όπως ο Δώριος, ο Υποδώριος, ο Λύδιο, ο Μιξολύδιος κ.α. Άλλοι πάλι προσπαθούν να αντιστοιχίσουν τις κλίμακες αυτές με τα λεγόμενα μακάμια της ανατολίτικης μουσικής όπως είναι το ραστ, το ουσάκ, το νιχαβέντ κλπ. Κι εδώ πάλι υπάρχει το θέμα ότι αφ’ ενός τα μακάμια προήλθαν από την ίδια παράδοση αλλά ο τρόπος της πορείας του μέλους είναι διαφορετικός διότι πρόκειται περί ενόργανης μουσικής και η αντιστοίχιση δεν είναι πάντα ακριβής.

Αυτό το οποίο μπορούμε να πούμε με σιγουριά πάντως είναι ότι η Βυζαντινή Μουσική είναι διάδοχος της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής προσαρμοσμένης όμως στις ανάγκες της Εκκλησίας και στη φωνητική φύση της. Αν και ονομαστικά οι τρόποι είναι οκτώ, εν τούτοις υπάρχουν πολλά παρακλάδια ανάλογα με τον τρόπο μελοποιίας, την πορεία του μέλους αλλά και τη χρονική περίοδο κατά την οποία έγινε η σύνθεση. Ιδίως κατά τα νεώτερα χρόνια (από τον 19 ο αιώνα κ.ε.) υπήρξε μία αλληλεπίδραση και με τα μακάμια καθώς πολλές σύγχρονες συνθέσεις υιοθέτησαν πλήρως λογικές μακαμιών της ανατολίτικης μουσικής ενώ έγινε και η προσπάθεια να υπάρξει αντιστοίχιση με τους ήχους της Βυζαντινής Μουσικής άλλοτε επιτυχημένα και άλλοτε όχι. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το οποίο έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι κατά κανόνα σε σύντομες ή αργοσύντομες συνθέσεις όπως αυτές του Αναστασιματαρίου ή του Ειρμολογίου οι ήχοι ακολουθούν με συνέπεια τις θεωρητικές αρχές όπως αυτές εκφράστηκαν από το Μέγα Θεωρητικόν του Χρυσάνθου ενώ στις πιο αργές συνθέσεις (Χερουβικά, Κοινωνικά, Πολυέλεοι) ή ακόμα περισσότερο στις ελεύθερες συνθέσεις των Καλοφωνικών Ειρμών ακολουθείται μία πολύ πιο ελεύθερη λογική η οποία είναι η κυρίαρχη στις σύγχρονες συνθέσεις των Λειτουργικών.

Συμπερασματικά, και αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, παρά το ότι οι κλίμακες της Βυζαντινής Μουσικής δεν διαφοροποιήθηκαν ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά τους και τα διαστήματά τους, εν τούτοις ανάλογα με την εποχή και τους μελοποιούς κάθε γενιάς υπήρξε σαφής εξέλιξη ως προς τον τρόπο με τον οποίο διαρθρώνεται η σύνθεση και τη γενικότερη υφή του ακούματος κάθε ήχου. Όλα αυτά πάντοτε με μία επιφύλαξη καθ’ ότι υπάρχουν αρκετά κενά στην ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο στους περασμένους αιώνες γινόταν η εκτέλεση των ήχων καθώς δεν έχουμε και ηχογραφήσεις. Η συζήτηση είναι ανοιχτή και είμαστε σίγουροι ότι τα επόμενα χρόνια και με τη βοήθεια της σύγχρονης έρευνας και τεχνολογίας θα υπάρξουν ενδιαφέροντα πορίσματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτή η εξέλιξη και τα τυχόν χάσματα που υπήρξαν ή όχι.

Πέτρος Γαλάνης, Φιλόλογος – Ιεροψάλτης